Η φωνολογία, η μορφολογία, η σύνταξη και το λεξιλόγιο της γλώσσας δείχνουν τόσο συντηρητικά όσο και καινοτόμα στοιχεία σε ολόκληρη την ιστορική πορεία της γλώσσας από την αρχαία έως τη σύγχρονη περίοδο. Η διαίρεση σε συμβατικές περιόδους είναι σχετικά αυθαίρετη, ειδικά επειδή σε όλες τις περιόδους ύπαρξης της η αρχαία ελληνική έχει απολαύσει υψηλό κύρος και οι εγγράμματοι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν πολλά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά.

Φωνολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε όλη την ιστορία της, η συλλαβική δομή της ελληνικής γλώσσας έχει μεταβληθεί ελάχιστα: η ελληνική παρουσιάζει μια μικτή συλλαβική δομή, επιτρέποντας σύνθετες συλλαβικές συνθέσεις αλλά πολύ περιορισμένους κώδικες. Έχει μόνο προφορικά φωνήεντα και ένα αρκετά σταθερό σύνολο συμφωνικών αντιθέσεων. Οι κύριες φωνολογικές αλλαγές σημειώθηκαν κατά την Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδο:

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε όλα τα στάδια της, η μορφολογία της ελληνικής γλώσσας παρουσιάζει ένα εκτεταμένο σύνολο παραγωγικών καταλήξεων, ένα περιορισμένο αλλά παραγωγικό σύστημα σύνθεσης[30] και ένα πλούσιο σύστημα διακύμανσης. Αν και οι μορφολογικές κατηγορίες της ελληνικής γλώσσας ήταν αρκετά σταθερές με την πάροδο του χρόνου, υπάρχουν μορφολογικές αλλαγές σε όλη την ελληνική γλώσσα, ιδιαίτερα στα ονομαστικά και λεκτικά συστήματα. Η κύρια αλλαγή στην ονομαστική μορφολογία από το κλασικό στάδιο ήταν η αποβολή της δοτικής πτώσης από το ελληνικό κλιτικό σύστημα (οι λειτουργίες της δοτικής έχουν περάσει ως επί το πλείστον στη γενική πτώση). Στο λεκτικό σύστημα η ελληνική γλώσσα έχει απωλέσει το απαρέμφατο, τον συνθετικά σχηματισμένο μέλλοντα, τους συντελεσμένους χρόνους και την ευκτική. Πολλοί τύποι των αρχαίων έχουν αντικατασταθεί από περιφραστικούς τύπους.

Ουσιαστικά και επίθετα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αντωνυμίες διακρίνονται σε πρόσωπα, αριθμούς (σε ενικό, δυικό και πληθυντικό, αργότερα ο δυικός αποβλήθηκε από τα ελληνικά) και φύλα (αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο). Επίσης οι πτώσεις έχουν μειωθεί από έξι σε τέσσερις σήμερα (έχουν αποβληθεί η δοτική και η οργανική). Τα ουσιαστικά, τα άρθρα και τα επίθετα δείχνουν όλες τις διακρίσεις εκτός από τις προσωπικές. Τόσο τα προσδιοριστικά όσο και τα κατηγορηματικά επίθετα συμφωνούν γραμματικά με το ουσιαστικό.

Ρήμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κλιτικές κατηγορίες του ελληνικού ρήματος έχουν επίσης παραμείνει σε μεγάλο βαθμό οι ίδιες κατά τη διάρκεια της ιστορίας της γλώσσας, αλλά με σημαντικές αλλαγές που έχουν οδηγήσει σε απλοποίηση των κανόνων σε κάθε κατηγορία, αλλαγές στον αριθμό των διακρίσεων σε κάθε κατηγορία και στη μορφολογική τους έκφραση. Τα ελληνικά ρήματα έχουν τα εξής χαρακτηριστικά:

Αρχαία Ελληνικά Νεοελληνικά
Πρόσωπο πρώτο, δεύτερο και τρίτο όπως και στα αρχαία, με την προσθήκη πληθυντικού ευγένειας για το δεύτερο πρόσωπο.
Αριθμός ενικός, δυικός και πληθυντικός ενικός και πληθυντικός
Χρονικές περίοδοι των χρόνων ενεστώτας, αόριστος και μέλλοντας ενεστώτας και παρακείμενος/αόριστος (ο μέλλοντας εκφράζεται με την προσθήκη του μόριου "θα")
Ποιόν ενέργειας παρατατικός, παρακείμενος και αόριστος παρατατικός και παρακείμενος/αόριστος (ο παρακείμενος εκφράζεται με το ρήμα "έχω")
Εγκλίσεις οριστική, υποτακτική, ευκτική και προστακτική οριστική, υποτακτική και προστακτική (άλλες λειτουργίες εκφράζονται περιφραστικά)
Φωνές ενεργητική, μέση, και παθητική ενεργητική και μεσοπαθητική

Συντακτικό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολλές πτυχές του συντακτικού της ελληνικής γλώσσας έχουν παραμείνει όπως είναι: τα ρήματα συμφωνούν μόνο με το υποκείμενο τους, η χρήση των επιζώντων πτώσεων είναι σε μεγάλο βαθμό άθικτη (ονομαστική για τα θέματα και τα κατηγορούμενα, αιτιατική για τα αντικείμενα των περισσότερων ρημάτων και πολλές προθέσεις, γενική για τους κατόχους), τα άρθρα προηγούνται των ουσιαστικών, οι προσθέσεις είναι σε μεγάλο βαθμό προθετικές, οι δευτερεύουσες προτάσεις ακολουθούν το ουσιαστικό που τροποποιούν και οι δευτερεύουσες αντωνυμίες αρχίζουν τέτοιες προτάσεις. Ωστόσο, οι μορφολογικές αλλαγές έχουν επίσης τους ομολόγους τους στο συντακτικού και υπάρχουν επίσης σημαντικές διαφορές μεταξύ του συντακτικού στα αρχαία και στα νέα ελληνικά. Η αρχαία ελληνική έκανε μεγάλη χρήση των συντάξεων με μετοχές και απαρέμφατα, ενώ τα σημερινά ελληνικά δεν έχουν καθόλου απαρέμφατο (χρησιμοποιώντας μια σειρά από νέες περιφραστικές κατασκευές) και χρησιμοποιεί τις μετοχές λιγότερο. Η απώλεια της δοτικής οδήγησε σε άνοδο των προθετικών έμμεσων αντικειμένων (και στη χρήση της γενικής για την άμεση σήμανση αυτών επίσης). Τα αρχαία ελληνικά είναι μια γλώσσα όπου το ρήμα μπαίνει συχνά στη μέση ή το τέλος, αλλά η ουδέτερη σειρά λέξεων στη σύγχρονη γλώσσα είναι ρήμα-υποκείμενο-αντικείμενο ή υποκείμενο-ρήμα-αντικείμενο.

Λεξιλόγιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η νεοελληνική γλώσσα διατηρεί το μεγαλύτερο μέρος του λεξιλογίου της από την αρχαία ελληνική, η οποία με τη σειρά της είναι μια ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, αλλά περιλαμβάνει και μια σειρά από δάνεια από τις γλώσσες των πληθυσμών που κατοικούσαν στην Ελλάδα πριν την άφιξη των πρωτοελλήνων,[31] μερικές από τις οποίες τεκμηριώνονται σε μυκηναϊκά κείμενα, συμπεριλαμβανομένων πολλών τοπωνυμίων. Η μορφή και η έννοια πολλών λέξεων έχει εξελιχθεί. Τα γλωσσικά δάνεια προέρχονται κυρίως από τα λατινικά, τα ενετικά και τα τουρκικά. Κατά τη διάρκεια των παλαιότερων περιόδων της Ελληνικής, οι ξένες λέξεις στα ελληνικά εξελληνίστηκαν ως προς τη κλίση, αφήνοντας έτσι μόνο μια ξένη ριζική λέξη. Τα σύγχρονα δάνεια (από τον 20ό αιώνα και μετά), ειδικά από τα γαλλικά και τα αγγλικά, δεν κλίνονται κατά το ελληνικό σύστημα. Άλλα σύγχρονα δάνεια προέρχονται από τις νοτιοσλαβικές γλώσσες (σλαβομακεδονικά/βουλγαρικά) και ανατολικές ρομανικές γλώσσες (βλάχικα και μογλενίτικα).

Ελληνικά δάνεια σε άλλες γλώσσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ελληνικές λέξεις χρησιμοποιούνται πολύ σε άλλες γλώσσες. Τέτοιες ελληνικές λέξεις με ευρύτατη χρήση εκτός της ελληνικής είναι οι: μαθηματικά, φυσική, αστρονομία, Δημοκρατία, φιλοσοφία, αθλητισμός, θέατρο, ρητορική, βάπτισμα, ευαγγελιστής, κλπ. Επιπλέον, οι ελληνικές λέξεις και μορφήματα συνεχίζουν να αποτελούν συστατικά στοιχεία νέων λέξεων: ανθρωπολογία, φωτογραφία, τηλεφωνία, ισομερές, βιομηχανική, κινηματογραφία κλπ. Μαζί με τις λατινικές λέξεις είναι η βάση του επιστημονικού και τεχνολογικού λεξιλογίου διεθνώς, με πολλές ελληνικές καταλήξεις και λέξεις να είναι παρούσες στη διεθνή ορολογία. Υπάρχουν χιλιάδες ελληνικές λέξεις στα αγγλικά και της άλλες γλώσσες της Ευρώπης.[32][33]

Ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ελληνική είναι ανεξάρτητος κλάδος της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας. Η αρχαία γλώσσα που σχετίζεται στενότερα με αυτήν μπορεί να είναι η αρχαία μακεδονική,[34] για την οποία περισσότεροι μελετητές θεωρούν ότι είναι μια ελληνική διάλεκτος,[35][36][37] αλλά είναι ανεπαρκώς μελετημένη και είναι δύσκολο να εξαχθεί συμπέρασμα. Ανεξάρτητα από το Μακεδονικό ζήτημα, μερικοί μελετητές έχουν ομαδοποιήσει τα ελληνικά στις ελληνοφρυγικές γλώσσες, καθώς η ελληνική και η εξαφανισμένη φρυγική γλώσσα μοιράζονταν χαρακτηριστικά που δεν βρίσκονται σε άλλες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες.[38] Μεταξύ των ζωντανών γλωσσών, ορισμένοι Ινδοευρωπαϊστές θεωρούν ότι η ελληνική σχετίζεται στενότερα με τα αρμενικά ή τις ινδοϊρανικές γλώσσες (βλέπε ελληνοάρειες γλώσσες), αλλά έχουν βρεθεί ελάχιστα οριστικά στοιχεία για την ομαδοποίηση των ζωντανών κλάδων της οικογένειας.[39] Επιπλέον, τα αλβανικά, σύμφωνα με κάποιους γλωσσολόγους έχει κάποια σχέση με τα ελληνικά και τα αρμενικά. Εάν αποδειχθεί και αναγνωριστεί, οι τρεις γλώσσες θα αποτελέσουν ένα νέο Βαλκανικό γλωσσικό κλάδο μαζί με άλλες νεκρές ευρωπαϊκές γλώσσες.[40]

Φάσεις εξέλιξης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρωτοελληνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Πρωτοελληνική γλώσσα
Η εικαζόμενη περιοχή της πρωτο-ελληνικής

Για την πρώτη φάση (πρωτοελληνική) η οποία τοποθετείται πριν το 1600 π.Χ., οι όποιες γνώσεις μας για την ελληνική γλώσσα βασίζονται σε τεχνικές επανασύνθεσης που προκύπτουν από τη συγκριτική γλωσσολογία. Η πρωτοελληνική είχε επτά πτώσεις (ονομαστική, γενική, δοτική, αιτιατική, αφαιρετική, τοπική, κλητική). Επίσης είχε διατηρήσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της Ινδοευρωπαϊκής μητέρας-γλώσσας. Είχε τρεις φωνές (ενεργητική, παθητική, μέση) και τρεις αριθμούς (ενικός, δυϊκός, πληθυντικός). Σημαντικό χαρακτηριστικό της (που διατηρήθηκε σχεδόν μέχρι τα πρώτα μεταχριστιανικά χρόνια) ήταν ο μουσικός τόνος. Ο τόνος στα αρχαία ελληνικά δεν αντιστοιχούσε σε αύξηση της έντασης της φωνής αλλά σε αύξηση του τονικού ύψους.

Μυκηναϊκή ελληνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μυκηναϊκή διάλεκτος

Στην αμέσως επόμενη φάση (μυκηναϊκή ελληνική), η οποία μαρτυρείται από τις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ και από ορισμένους στίχους των Ομηρικών επών, παρατηρούμε εξίσου πολλούς αρχαϊσμούς. Π.χ. η γενική των ονομάτων σε -ος σχηματιζόταν με την κατάληξη -οιο (πρβλ. Ομηρικό «Πριάμοιο»), ενώ υπάρχει φθόγγος (που συμβολίζεται με) «q» ο οποίος βρίσκεται σε λέξεις όπου από την ΙΕ θα αναμενόταν ένα * ή ένα *. Η αφαιρετική και η τοπική πτώση διατηρείται αλλά σε μάλλον περιορισμένο βαθμό.

Κλασική ελληνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Αρχαία ελληνική γλώσσα
Ιστορία της ελληνικής γλώσσας
(δείτε επίσης: Ελληνικό αλφάβητο)
Πρωτοελληνική (περ. 3000 π.Χ.)
Μυκηναϊκή (περ. 1600–1200 π.Χ.)
Ομηρική (περ. 1200–800 π.Χ.)
Αρχαία ελληνική (περ. 800–300 π.Χ.)
Διάλεκτοι:
Αιολική, Αρκαδοκυπριακή,
ΑττικήΙωνική, Δωρική, Παμφυλιακή, Ομηρική
Μακεδονική
Ελληνιστική Κοινή (περ. από 330 π.Χ. ως 700)


Ιδιώματα: Ασιανισμός, Αττικισμός


Μεσαιωνική ελληνική (περ. 700–1700)
Νέα ελληνική γλώσσα (από το 1700)
Ιδιώματα: Δημοτική, Καθαρεύουσα, Αττικισμός
Διάλεκτοι:
Καππαδοκική, Κατωιταλική , Κρητική, Κυπριακή, Ποντιακή, Ρωμανιώτικη, Τσακωνική

Άλλες μορφές (από 19ο/20ό αιώνα)
Ελληνικός κώδικας Μπράιγ,
Ελληνική νοηματική γλώσσα,
Κώδικας Μορς

Στην κλασική ελληνική, αρχαιότερα κείμενα της οποίας είναι τα Ομηρικά έπη και αρχαιότερο τεκμήριο η επιγραφή του Διπύλου, το βασικότερο χαρακτηριστικό είναι η υψηλή διαλεκτική διαφοροποίηση, η οποία οφείλεται πιθανότατα στην πολυδιάσπαση του ελληνόφωνου κόσμου σε διάφορα κρατίδια. Ως προς το αν οι βασικές διάλεκτοι της κλασικής εποχής (ιωνική, αιολική, δωρική κλπ.) δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα λόγω της πολιτικής πολυδιάσπασης των Ελλήνων ή «ήλθαν» μαζί με τα αντίστοιχα φύλα κατά την εποχή του Χαλκού, οι γνώμες διίστανται. Φαίνεται πως δεν αποκλείεται να συνέβησαν και τα δύο. Πάντως οι διάλεκτοι της κλασικής εποχής διέφεραν αρκετά μεταξύ τους και δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηριχθεί ότι οι ομιλητές τους βρίσκονταν πολλές φορές στα ακραία όρια της αλληλοκατανόησης.

Μία από τις σημαντικότερες διαλέκτους της κλασικής εποχής ήταν η αττική διάλεκτος, που χρησιμοποιούταν κυρίως στην Αθήνα αλλά και ως γλώσσα των φιλοσόφων και των επιστημόνων. Η αττική διάλεκτος προέρχεται από την ιωνική (τη βασική διάλεκτο των Ομηρικών επών) με αρκετές δωρικές επιδράσεις. Υιοθετήθηκε ως επίσημη γλώσσα όλης της Ελλάδος από τον Φίλιππο τον Μακεδόνα και ως επίσημη γλώσσα ολόκληρου του ελληνιστικού κόσμου από τον γιο του Αλέξανδρο. Από αυτήν προέρχονται απ' ευθείας σχεδόν όλες οι μεταγενέστερες ελληνικές διάλεκτοι.

Ελληνιστική κοινή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Ελληνιστική Κοινή γλώσσα

Αποτέλεσμα της χρήσεως της αττικής διαλέκτου ως δεύτερης (και συχνά πρώτης) γλώσσας από πάρα πολλούς αλλόγλωσσους (αλλά και από ελληνόφωνους που μιλούσαν πρωτύτερα μια άλλη ελληνική διάλεκτο) ήταν σαρωτικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της γλώσσας. Έτσι:

Το αποτέλεσμα όλων αυτών των μεταβολών ήταν η Ελληνιστική Κοινή, η οποία μαρτυρείται κυρίως στην Καινή Διαθήκη. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια εποχή έχουμε και τους πρώτους αττικιστές, αυτούς που θεωρούσαν απαραίτητη τη διατήρηση της «αυθεντικής» αττικής διαλέκτου, τουλάχιστον στο γραπτό λόγο.

Μεσαιωνική ελληνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μεσαιωνική ελληνική γλώσσα

Η ελληνιστική κοινή εξελίχθηκε στην μεσαιωνική ελληνική, αυτό φαίνεται κυρίως από δημοτικά τραγούδια. Τελευταία φωνολογική μεταβολή κατά το 9ο αιώνα ήταν ο ιωτακισμός και του «οι» και του «υ» που ως τότε προφέρονταν ως [y], δηλαδή σαν το γαλλικό «u».

Νέα ελληνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Νέα ελληνική γλώσσα

Τα όρια μεταξύ νέας ελληνικής και μεσαιωνικής ελληνικής δεν είναι ιδιαίτερα σαφή, πάντως τοποθετούνται χονδρικά κάπου στα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου. Κατά την περίοδο αυτή (καθώς και στην Οθωμανική περίοδο) παρατηρείται μια εξίσου έντονη διαλεκτική διαφοροποίηση η οποία συνεχιζόταν μέχρι πριν μερικές δεκαετίες.

Η Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη ενώ περιγράφει την κοινή νέα ελληνική είναι παράλληλα υπερβολικά ρυθμιστική για τη σημερινή χρήση της γλώσσας είτε στο σχολείο είτε αλλού και έχει επιφέρει ως αποτέλεσμα την απόλυτη διάκριση μεταξύ ορθού και λάθους καθώς και τη συνακόλουθη ρύθμιση του τι είναι αποδεκτό ή μη αποδεκτό, η οποία όμως δεν ανταποκρίνεται στην γλωσσική - είτε στο φωνολογικό είτε στο συντακτικό επίπεδο - πολυμορφία[εκκρεμεί παραπομπή].

Γλωσσική επαφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ελληνική γλώσσα έχει επηρεάσει σημαντικά τις άλλες γλώσσες, τόσο στην πολιτική, όσο και στους επιστημονικούς όρους, στις τέχνες, στη φιλοσοφία, στο θέατρο και γενικά σε τομείς στους οποίους είχε προηγηθεί κοινωνικά και, κατά συνέπεια, γλωσσολογικά. Υπήρξε για μεγάλο διάστημα η lingua franca της ανατολικής και δυτικής Μεσογείου και τα πρώτα χριστιανικά κείμενα γράφτηκαν σε αυτήν. Οι Λατίνοι επηρεάστηκαν βαθύτατα από τα ελληνικά που ήταν πλουσιότερη γλώσσα τότε και έτσι πολλά ελληνικά στοιχεία εντάχθηκαν σχεδόν αυτούσια στα λατινικά, από τα οποία εν συνεχεία εντάχθηκαν και σε άλλες συγγενείς προς τα λατινικά γλώσσες. Με τη σειρά τους τα ελληνικά επηρεάστηκαν κι αυτά από την γλώσσα λαών που κατέκτησαν την χώρα είτε με πολέμους είτε οικονομικά, με αποτέλεσμα στην διάρκεια των αιώνων να μπουν στο ελληνικό λεξιλόγιο λατινικές, ενετικές και τουρκικές λέξεις. Στα προεπαναστατικά του 1821 χρόνια η ελληνική γλώσσα άρχισε να επηρεάζεται περισσότερο από τις δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες, κάτι που συνεχίστηκε μετά την απελευθέρωση με περισσότερη ένταση, επειδή ο ελληνικός, ως υπόδουλος πληθυσμός με μη ιδιαίτερα ανεπτυγμένη οικονομία, δεν διέθετε πληθώρα όρων που είχαν δημιουργήσει με την πρόοδό τους οι πιο ανεπτυγμένες πλέον δυτικές κοινωνίες. Εντούτοις, χάρη στο ενδιαφέρον των δυτικών για την αρχαία ελληνική και την λατινική γλώσσα, πολλοί επιστήμονές τους δανείστηκαν αρχαιοελληνικές λέξεις για το σχηματισμό νεολογισμών και έτσι η ελληνική επιβίωσε και σε μια πληθώρα ξένων επιστημονικών ή φιλοσοφικών όρων. Η ελληνική στην περίοδο της Καθαρεύουσας άρχισε να επανεισάγει τρόπον τινά τις λέξεις της, καθώς έπαιρνε ξανά πίσω λέξεις που είχε δανείσει πρώτη σε άλλες γλώσσες. Η παραπάνω διαδικασία ονομάζεται αντιδάνειο.

Γραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη γραφή που ιστορικά αποδεδειγμένα χρησιμοποιήθηκε για τη γραφή της ελληνικής γλώσσας είναι η Γραμμική Β περίπου τον 15ο αιώνα π.Χ..

Το ελληνικό αλφάβητο άρχισε να χρησιμοποιείται από τον 9ο αιώνα π.Χ.. Το 403 π.Χ. έγινε στην Αθήνα η μεταρρύθμιση του Αρχίνου ο οποίος διαμόρφωσε το αττικό αλφάβητο στηριζόμενος στο Ιωνικό. Το αλφάβητο που προέκυψε ονομάστηκε και Ευκλείδειο αλφάβητο γιατί η μεταρρύθμιση έγινε το δεύτερο έτος της 94ης Ολυμπιάδας επί επωνύμου άρχοντος Ευκλείδου.

Το παλαιό αττικό αλφάβητο ήταν: Α, Β, Γ, Δ, Ε, F, Ζ, Η, Θ, Ι, Κ, Λ, Μ, Ν, Ο, Π, Ϟ, Ρ, Σ, Τ, Υ, Φ, Χ. Το Λ, το Ρ και το Ϟ το έγραφαν ως L, R και Q. Παρόμοια το έγραφαν και οι Κυμαίοι οι οποίοι έδωσαν το αλφάβητό τους στους Ιταλιώτες. Το Χ είχε τη μορφή σταυρού (+). Αρχικά χρησιμοποιούσαν τα Ε, Η και ΕΙ για ποικιλίες (ανοιχτότερα ή πιο κλειστά) του φθόγγου [e]! αντίστοιχα με τα Ο, Ω και ΟΥ δήλωναν το φθόγγο [o]. Με την μεταρρύθμιση αφαιρέθηκαν τα γράμματα Ϝ και Ϟ τα οποία είχαν περιπέσει σε αχρησία και υιοθετήθηκαν τα γράμματα Ξ, Ψ και Ω. Το Η δεν αντιστοιχούσε πλέον στο δασύ πνεύμα 'h' αλλά στο μακρύ 'e'. Το Ω αντιστοιχούσε στο μακρύ 'ο'. Το Ξ αντικατέστησε το σύμπλεγμα 'ΧΣ' και το Ψ αντιστοίχως το σύμπλεγμα 'ΦΣ' (διπλά σύμφωνα).

Σε όλη την αρχαιότητα το αλφάβητο περιελάμβανε μόνο τις μορφές των γραμμάτων που σήμερα τις λέμε κεφαλαία. Είναι η λεγόμενη μεγαλογράμματη γραφή. Από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, η επιθυμία των γραφέων να γράφουν πιο γρήγορα, καθώς επίσης και η ανάγκη να χωρούν περισσότερες πληροφορίες στα, μικρά σε μέγεθος αλλά και ακριβά, φύλλα παπύρου ή περγαμηνής, οδήγησαν σιγά σιγά στη διαμόρφωση των μορφών των γραμμάτων που σήμερα λέγονται πεζά. Αυτή είναι η μικρογράμματη γραφή. Αυτή η διαδικασία μεταβολής της μορφής των κεφαλαίων γραμμάτων είχε ολοκληρωθεί μέχρι τον 9ο αιώνα.

Σήμερα η ελληνική εξακολουθεί να γράφεται με το αρχαίο ελληνικό αλφάβητο, όμως το πολυτονικό σύστημα έχει επισήμως αντικατασταθεί από το μονοτονικό, με ψήφισμα του 1982.

Γραμμική Β[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Γραμμική Β, η οποία ανάγεται στα τέλη του 15ου αιώνα π.Χ., ήταν το πρώτο αλφάβητο που χρησιμοποιείται για τη γραφή της Ελληνικής. Είναι βασικά ένα συλλαβάριο το οποίο αποκρυπτογραφήθηκε από τους Μάικλ Βέντρις και Τζον Τσάντγουικ στη δεκαετία του 1950 (ο πρόδρομος της, η Γραμμική Α, δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί και πιθανότατα είναι γραμμένος σε μια μη ελληνική γλώσσα).[41] Η γλώσσα των κειμένων της Γραμμικής Β, τα μυκηναϊκά ελληνικά, είναι η παλαιότερη γνωστή μορφή της Ελληνικής.

Κυπριακό συλλαβάριο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνική επιγραφή σε Κυπριακό συλλαβάριο

Ένα άλλο παρόμοιο αλφάβητο για τη γραφή της ελληνικής γλώσσας ήταν το κυπριακό συλλαβάριο (επίσης απόγονος της Γραμμικής Α μέσω του ενδιάμεσου Κυπρομινωικού συλλαβάριου), η οποία σχετίζεται στενά με τη Γραμμική Β αλλά χρησιμοποιεί κάπως διαφορετικές συλλαβικές συμβάσεις για να αντιπροσωπεύει τις ακολουθίες των φωνημάτων. Το κυπριακό συλλαβάριο χρησιμοποιήθηκε στην Κύπρο από τον 11ο αιώνα π.Χ. μέχρι τη σταδιακή εγκατάλειψή του στην ύστερη κλασική περίοδο, υπέρ του ελληνικού αλφαβήτου.[42]

Ελληνικό αλφάβητο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχαίες επιχωρικές παραλλαγές του ελληνικού αλφαβήτου από την Εύβοια, την Ιωνία, την Αθήνα και την Κόρινθο. Τα σημερινά γράμματα δίνονται για σύγκριση.

Τα ελληνικά γράφονται στο ελληνικό αλφάβητο από τον 9ο αιώνα π.Χ. περίπου. Δημιουργήθηκε με την τροποποίηση του φοινικικού αλφαβήτου, με την καινοτομία της υιοθέτησης ορισμένων νέων γραμμάτων για την γραφή των φωνηέντων. Η παραλλαγή του αλφαβήτου που χρησιμοποιείται σήμερα είναι ουσιαστικά η ύστερη Ιωνική παραλλαγή, η οποία εισήχθη για την γραφή της αττικής διαλέκτου το 403 π.Χ. Στην κλασική ελληνική, όπως και στην κλασική λατινική, υπήρχαν μόνο κεφαλαία γράμματα. Τα πεζά ελληνικά γράμματα αναπτύχθηκαν πολύ αργότερα από τους μεσαιωνικούς γραμματείς για να επιτρέψουν ένα ταχύτερο, πιο βολικό τρόπο γραφής με τη χρήση μελανιού και πένας.

Το ελληνικό αλφάβητο αποτελείται από 24 γράμματα, το καθένα με κεφαλαία και πεζά γράμματα. Το σίγμα έχει μια πρόσθετη πεζή μορφή (ς) που χρησιμοποιείται στο τέλος μιας λέξης: